ἀνιῶ

ἀνιῶ
ἀ̱νιῶ , ἀνιάομαι
cure again
imperf ind mp 2nd sg (doric aeolic)
ἀνιάομαι
cure again
pres imperat mp 2nd sg
ἀνῑῶ , ἀνιάομαι
cure again
imperf ind mp 2nd sg
ἀνιάομαι
cure again
pres imperat mp 2nd sg
ἀνιάομαι
cure again
imperf ind mp 2nd sg (homeric ionic)
ἀνιάομαι
cure again
imperf ind mp 2nd sg (homeric ionic)
ἀ̱νιῶ , ἀνιάω
grieve
imperf ind mp 2nd sg (doric aeolic)
ἀνιάω
grieve
pres imperat mp 2nd sg
ἀνιάω
grieve
pres subj act 1st sg (attic epic ionic)
ἀνιάω
grieve
pres ind act 1st sg (attic epic doric ionic aeolic)
ἀνιάω
grieve
imperf ind mp 2nd sg (homeric ionic)
ἀνῑῶ , ἀνιάζω
grieve
fut ind act 1st sg (attic epic doric ionic aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • ανιώ — ἀνιῶ ( άω) (Α) [ανία] 1. προξενώ ανία σε κάποιον, γίνομαι ενοχλητικός 2. προξενώ λύπη σε κάποιον, στενοχωρώ 3. βλάπτω κάποιον 4. καταλαμβάνομαι από ανία, πλήττω, στενοχωριέμαι …   Dictionary of Greek

  • Ἀνίω — Ἄνιος masc nom/voc/acc dual Ἄνιος masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνίω — ἄνειμι go up pres subj act 1st sg ἄνιος masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἄνιος masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) ἀ̱νίω , ἀνέω pres subj act 1st sg (doric) ἀ̱νίω , ἀνέω pres ind act 1st sg (doric aeolic) ἀνίημι send up pres subj act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀνίῳ — Ἄνιος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνίῳ — ἄνιος masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατανιώ — κατανιῶ, άω (Α) είμαι πολύ στενοχωρημένος, πολύ άκεφος. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ἀνιῶ «θλίβω κάποιον»] …   Dictionary of Greek

  • ναυτιώ — (Α ναυτιῶ, άω) 1. υποφέρω από ναυτία, ζαλίζομαι καθώς ταξιδεύω στη θάλασσα 2. (γενικά) αισθάνομαι έντονη αποστροφή για κάτι, αηδιάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ναυτία + κατάλ. ιῶ δηλωτική ασθένειας (πρβλ. ανιώ)] …   Dictionary of Greek

  • νωθριώ — νωθριῶ, άω (Α) είμαι νωθρός, οκνηρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < νωθρός + κατάλ. ιῶ, δηλωτική ασθένειας (πρβλ. ανιώ, αρρωστιώ)] …   Dictionary of Greek

  • περατιώ — όω, Α περατώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < περατῶ κατά τα ρ. σε ιῶ (πρβλ. ανιῶ)] …   Dictionary of Greek

  • προσανιώ — άω, Μ δυσαρεστώ, θλίβω κάποιον ακόμη περισσότερο, προκαλώ επιπρόσθετη λύπη. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + ἀνιῶ «προξενώ ανία, λύπη ή ζημία» (< ἀνία)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”